«Σαν πέτρινα λιοντάρια στην μπασιά της νύχτας»: φωτογραφικό οδοιπορικό στη Μακρόνησο

Μόλις 2.5 ναυτικά μίλια από το Λαύριο βρίσκεται το κολαστήριο της Μακρονήσου, τόπος εξορίας, εγκλεισμού και συστηματικού βασανισμού δεκάδων χιλιάδων «εθνικώς υπόπτων» αριστερών και δημοκρατικών πολιτών και στρατιωτών, αντρών και γυναικών, ανάμεσα στο 1947, οπότε και «εγκαινιάζεται», μέχρι και το 1953, που κλείνει οριστικά.

Το μνημείο

Η ιδέα για την ίδρυση στρατοπέδων συγκέντρωσης στο νησί αρχίζει να κυοφορείται κατά τα εμφυλιακά χρόνια (1946-49), στο πλαίσιο της εκμηδένισης κάθε αντίστασης της Αριστεράς, αλλά και της «αποκάθαρσης» του στρατού από «εθνικώς ύποπτους» στρατεύσιμους. Το Φλεβάρη του 1947 ξεκινά να οργανώνεται μεθοδικά η οικοδόμηση του ελληνικού Νταχάου, στο οποίο σταδιακά μεταφέρονται προς «αναμόρφωση» στρατεύσιμοι, αξιωματικοί και έφεδροι αξιωματικοί, που είχαν πολεμήσει στο πλευρό του ΕΛΑΣ, προληπτικά συλλαμβανόμενοι πολίτες από όλη τη χώρα, πολιτικοί κρατούμενοι και πολιτικοί εξόριστοι, άντρες και γυναίκες. Σύμφωνα με τις επίσημες πηγές40.000  κρατούμενοι εκτοπίζονται στη Μακρόνησο μεταξύ 1947 και 1950, με τους κρατούμενους να υπολογίζουν το συνολικό αριθμό των εξορίστων σε πάνω από 100.000.

Β’ Τάγμα Σκαπανέων

Το κολαστήριο της Μακρονήσου, βασικό εργαλείο κρατικής προπαγάνδας στη διάρκεια των εμφυλιακών και πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, κλείνει το 1953, ενώ εγκαταλείπεται το 1961. Το 1989 αναγνωρίζεται, με υπουργική απόφαση, ως ιστορικός τόπος και όλα τα κτίρια ως διατηρητέα μνημεία.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Βρέθηκα στη Μακρόνησο την Κυριακή 5 Ιουνίου, στο πλαίσιο της καθιερωμένης επίσκεψης μνήμης, που διοργανώνεται κάθε χρόνο από την Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου (Π.Ε.Κ.Α.Μ.). Εκατοντάδες άτομα όλων των ηλικιών από κάθε έκφανση της Αριστεράςπαλιοί Μακρονησιώτες και Μακρονησιώτισσες, αλλά και ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός συντροφισσών και συντρόφων από τον αναρχικό χώροκατέκλυσαν το νησί, «αναγκάζοντας» το πλοίο να πραγματοποιήσει 2 δρομολόγια, προκειμένου να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες.

Ναός του Αγ. Αντωνίου (λεπτομέρεια)

Άνυδρη και αφιλόξενη, η Μακρόνησος αποτελεί ένα ζωντανό μάθημα ιστορικής αυτογνωσίας και μια «κατάδυση» στην επώδυνη, και για πολλούς άγνωστη ή και απωθημένη, ιστορική μνήμη. Μια μνήμη, ωστόσο, η οποία, τουλάχιστον στην υλική, χειροπιαστή της διάσταση, καταρρέει καθημερινά.

Ήδη αποψιλωμένα από το όποιο χρήσιμο υλικό από τη δεκαετία του ’60 και εξής, και αφημένα στο έλεος των καιρικών συνθηκών και τη φυσιολογική φθορά του χρόνου, τα εναπομείναντα κτίρια- για την ακρίβεια ό,τι έχει απομείνει από αυτά- μόλις που θυμίζουν στον επισκέπτη τι υπήρξαν στο παρελθόν. Όπου γυρίσει το βλέμμα, αντικρίζει μια διαδοχή από, ως επί το πλείστον, χαλάσματα, διεσπαρμένα σε όλο το δυτικό κομμάτι του νησιού, κατά κανόνα χωρίς ούτε καν κάποια σήμανση. Ακόμη και ο υποτυπώδης μουσειακός χώρος, ενσωματωμένος στο κτίριο των παλιών αρτοκλίβανων, επ’ ουδενί τιμά, πόσο μάλλον αναδεικνύει, αυτήν τη μνήμη. Με τέτοιους ρυθμούς, πολύ φοβάμαι πως σε σύντομο χρονικό διάστημα η Μακρόνησος θα ρημάξει πλήρως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ιστορική και πολιτική αυτοσυνειδησία των τωρινών και των μελλοντικών γενιών.

Σχετικά άρθρα

Ξεκινήστε να γράφετε τον όρο αναζήτηση επάνω και πατήστε enter για Αναζήτηση. Πατήστε ESC για ακύρωση.

Επιστροφή επάνω